Η ενδοσχολική βία και ο σχολικός εκφοβισμός συνιστούν φαινόμενα που υπονομεύουν τη σημαίνουσα αποστολή του σχολείου ως χώρου μάθησης, διαμόρφωσης προσωπικοτήτων και κοινωνικοποίησης. Οι επιπτώσεις τους εκτείνονται πέρα από τα όρια της σχολικής κοινότητας, επηρεάζοντας την ψυχολογία, την αυτοεικόνα και την μελλοντική εξέλιξη των μαθητών και των μαθητριών. Σε μια εποχή που η εκπαίδευση οφείλει να καλλιεργεί την αποδοχή, την ενσυναίσθηση και τον αλληλοσεβασμό, η ύπαρξη τέτοιων φαινομένων αναδεικνύει την ανάγκη για άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση. Η πανελλήνια ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού αποτελεί αφορμή για προβληματισμό και λήψη αποφάσεων με σκοπό τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού περιβάλλοντος, όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν η ασφάλεια, ο σεβασμός και η ισότητα.
Η ενδοσχολική βία συχνά εκδηλώνεται μέσα από παραβατικές συμπεριφορές. Οι μαθητές και οι μαθήτριες μπορεί να γίνουν στόχος κλοπών, λεκτικής ή σωματικής βίας, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ψυχική και σωματική τους υγεία. Επιπλέον, δεν είναι σπάνιο να σημειώνονται εκβιασμοί, σεξουαλική παρενόχληση, φραστικές επιθέσεις και, σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμα και ξυλοδαρμοί. Υπάρχουν, ωστόσο, και μικρότερης έντασης μορφές βίας, οι οποίες, αν και συχνά υποτιμώνται, παραμένουν εξίσου σοβαρές. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι χειρονομίες, η καταστροφή προσωπικών αντικειμένων και η κλοπή.
Αυτές οι πράξεις έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχολογία του παιδιού. Το θύμα αποκτά μία αίσθηση ανασφάλειας, η οποία υπονομεύει την προσωπικότητά του σε κάθε επίπεδο. Επιπλέον, μειώνεται η αυτοπεποίθησή του, αφού θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο. Κάτι ακόμη που αξίζει να γνωρίζουμε είναι ότι τα παιδιά – θύματα συχνά εμφανίζουν ψυχοσωματικά προβλήματα, όπως κατάθλιψη, αϋπνία και πονοκεφάλους. Επίσης, αρνούνται να παρευρίσκονται στο σχολείο, καθώς εκεί περνούν άσχημα λόγω των επιθέσεων που δέχονται. Μια ακόμα επίπτωση είναι ότι το άγχος που τους προκαλεί η κατάσταση, τους οδηγεί στην απομόνωση, με αποτέλεσμα να κλείνονται περισσότερο στον εαυτό τους, να απομονώνονται και να μην κοινωνικοποιούνται.
Όμως, οι επιπτώσεις δεν σημειώνονται μόνο στο παιδί-θύμα, αλλά και στο παιδί-θύτη, καθώς πέρα από τις κυρώσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει ο θύτης, αναπτύσσει προβληματικές συμπεριφορές και συνήθειες, οι οποίες μπορούν να διαμορφώσουν μια αντικοινωνική προσωπικότητα. Ο θύτης προβάλλεται, πλέον, ως βίαιο άτομο με εγκληματική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να το αποφεύγουν λόγω του κοινωνικού στιγματισμού που έχει υποστεί. Και στις δύο περιπτώσεις, οι επιπτώσεις έχουν αντίκτυπο γενικά στη ζωή του, είτε είναι στην εφηβεία είτε στην ενηλικίωση του.
Συνοψίζοντας, η ενδοσχολική βία και ο σχολικός εκφοβισμός αποτελούν σοβαρά κοινωνικά και ψυχολογικά φαινόμενα που πλήττουν τόσο τα θύματα όσο και τους θύτες. Είναι απαραίτητο να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για έγκαιρη και ουσιαστική παρέμβαση, ώστε να δημιουργηθεί ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για κάθε μαθητή και μαθήτρια. Η εκπαίδευση, πέρα από τη μετάδοση γνώσεων, οφείλει να καλλιεργεί αξίες όπως η αλληλεγγύη, ο σεβασμός και η ενσυναίσθηση, προκειμένου να διασφαλιστεί η προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη όλων των μαθητών.
Συντάκτριες:
Μαρία Κουτσοκώστα – Γ΄ Λυκείου
Αλεξάνδρα Καραπάνου – Β΄ Λυκείου
Παναγιώτα Καραπάνου – Α΄ Λυκείου
Χρυσοβαλάντου Παππά – Α΄ Λυκείου